Τεχνολογία     
Teknikk

-

ei pumpe +

η αντλία αέρα

-

eit flyfoto +

η αεροφωτογραφία

-

eit kulelager +

το ρουλεμάν

-

eit batteri +

η μπαταρία

-

ei sykkelkjede +

η αλυσίδα του ποδηλάτου

-

ein kabel +

το καλώδιο

-

ein kabelkveil +

το καρούλι καλωδίων

-

eit kamera +

η κάμερα

-

ein kassett +

η κασέτα

-

ein ladar +

ο φορτιστής

-

ein cockpit +

το πιλοτήριο

-

eit tannhjul +

το γρανάζι

-

ein kodelås +

η κλειδαριά με συνδυασμό

-

ei datamaskin +

ο υπολογιστής

-

ei kran +

ο γερανός

-

eit skrivebord +

η επιφάνεια εργασίας

-

ein borerigg +

η εξέδρα γεώτρησης πετρελαίου

-

ein harddisk +

η μονάδα οδήγησης

-

ein DVD +

το dvd

-

ein elektromotor +

ο ηλεκτροκινητήρας

-

ein energi +

η ενέργεια

-

ei gravemaskin +

ο εκσκαφέας

-

ein faks +

η συσκευή φαξ

-

eit filmkamera +

η κινηματογραφική κάμερα

-

ein diskett +

η δισκέτα

-

briller (pl.) +

τα κυάλια

-

ein harddisk +

ο σκληρός δίσκος

-

ein styrespak +

το τζόιστικ

-

ein tast +

το πλήκτρο

-

ei landing +

η προσγείωση

-

ei bærbar datamaskin +

ο φορητός υπολογιστής

-

ein grasklyppar +

η χορτοκοπτική μηχανή

-

ei linse +

ο φακός

-

ei maskin +

το μηχάνημα

-

ein båtpropell +

η προπέλα

-

ei gruve +

το ορυχείο

-

ei stikkontakt +

η πολλαπλή υποδοχή

-

ein skrivar +

ο εκτυπωτής

-

eit program +

το πρόγραμμα

-

ein propell +

ο έλικας

-

ei pumpe +

η αντλία

-

ein platespelar +

το πικάπ

-

ein fjernkontroll +

το τηλεχειριστήριο

-

ein robot +

το ρομπότ

-

ei parabolantenne +

η δορυφορική κεραία

-

ei symaskin +

η ραπτομηχανή

-

ein lysbildefilm +

το φιλμ διαφανειών

-

ein solenergi +

η ηλιακή τεχνολογία

-

ei romferje +

το διαστημικό λεωφορείο

-

ein vegvals +

ο οδοστρωτήρας

-

eit hjuloppheng +

η ανάρτηση

-

ein brytar +

ο διακόπτης

-

eit måleband +

η μετροταινία

-

ein teknologi +

η τεχνολογία

-

ein telefon +

το τηλέφωνο

-

eit teleobjektiv +

ο τηλεφακός

-

eit teleskop +

το τηλεσκόπιο

-

ein minnepinne +

ο δίσκος usb φλας

-

ein ventil +

η βαλβίδα

-

eit videokamera +

η βιντεοκάμερα

-

ei spenning +

η τάση

-

eit vasshjul +

ο υδροτροχός

-

eit vindkraftverk +

η ανεμογεννήτρια

-

ei vindmølle +

ο ανεμόμυλος

-
ei pumpe
η αντλία αέρα

-
eit flyfoto
η αεροφωτογραφία

-
eit kulelager
το ρουλεμάν

-
eit batteri
η μπαταρία

-
ei sykkelkjede
η αλυσίδα του ποδηλάτου

-
ein kabel
το καλώδιο

-
ein kabelkveil
το καρούλι καλωδίων

-
eit kamera
η κάμερα

-
ein kassett
η κασέτα

-
ein ladar
ο φορτιστής

-
ein cockpit
το πιλοτήριο

-
eit tannhjul
το γρανάζι

-
ein kodelås
η κλειδαριά με συνδυασμό

-
ei datamaskin
ο υπολογιστής

-
ei kran
ο γερανός

-
eit skrivebord
η επιφάνεια εργασίας

-
ein borerigg
η εξέδρα γεώτρησης πετρελαίου

-
ein harddisk
η μονάδα οδήγησης

-
ein DVD
το dvd

-
ein elektromotor
ο ηλεκτροκινητήρας

-
ein energi
η ενέργεια

-
ei gravemaskin
ο εκσκαφέας

-
ein faks
η συσκευή φαξ

-
eit filmkamera
η κινηματογραφική κάμερα

-
ein diskett
η δισκέτα

-
briller (pl.)
τα κυάλια

-
ein harddisk
ο σκληρός δίσκος

-
ein styrespak
το τζόιστικ

-
ein tast
το πλήκτρο

-
ei landing
η προσγείωση

-
ei bærbar datamaskin
ο φορητός υπολογιστής

-
ein grasklyppar
η χορτοκοπτική μηχανή

-
ei linse
ο φακός

-
ei maskin
το μηχάνημα

-
ein båtpropell
η προπέλα

-
ei gruve
το ορυχείο

-
ei stikkontakt
η πολλαπλή υποδοχή

-
ein skrivar
ο εκτυπωτής

-
eit program
το πρόγραμμα

-
ein propell
ο έλικας

-
ei pumpe
η αντλία

-
ein platespelar
το πικάπ

-
ein fjernkontroll
το τηλεχειριστήριο

-
ein robot
το ρομπότ

-
ei parabolantenne
η δορυφορική κεραία

-
ei symaskin
η ραπτομηχανή

-
ein lysbildefilm
το φιλμ διαφανειών

-
ein solenergi
η ηλιακή τεχνολογία

-
ei romferje
το διαστημικό λεωφορείο

-
ein vegvals
ο οδοστρωτήρας

-
eit hjuloppheng
η ανάρτηση

-
ein brytar
ο διακόπτης

-
eit måleband
η μετροταινία

-
ein teknologi
η τεχνολογία

-
ein telefon
το τηλέφωνο

-
eit teleobjektiv
ο τηλεφακός

-
eit teleskop
το τηλεσκόπιο

-
ein minnepinne
ο δίσκος usb φλας

-
ein ventil
η βαλβίδα

-
eit videokamera
η βιντεοκάμερα

-
ei spenning
η τάση

-
eit vasshjul
ο υδροτροχός

-
eit vindkraftverk
η ανεμογεννήτρια

-
ei vindmølle
ο ανεμόμυλος