Λεξιλόγιο
Μάθετε Ρήματα – Εσθονικά
värvima
Ta on oma käed ära värvind.
βάφω
Έχει βάψει τα χέρια της.
otsima
Varas otsib maja läbi.
ψάχνω
Ο ληστής ψάχνει το σπίτι.
saatma
Kaubad saadetakse mulle pakendis.
στέλνω
Τα εμπορεύματα θα μου σταλούν σε ένα πακέτο.
uurima
Astronaudid tahavad uurida kosmost.
εξερευνώ
Οι αστροναύτες θέλουν να εξερευνήσουν το διάστημα.
kuulama
Ta kuulab hea meelega oma raseda naise kõhtu.
ακούω
Του αρέσει να ακούει την κοιλιά της έγκυου γυναίκας του.
säästma
Saate küttekuludelt raha säästa.
σώζω
Μπορείς να εξοικονομήσεις χρήματα στη θέρμανση.
välja viskama
Ära viska midagi sahtlist välja!
πετάω
Μην πετάς τίποτα από το συρτάρι!
katma
Vesiroosid katab vee.
καλύπτω
Τα νυφάδια καλύπτουν το νερό.
omama käsutuses
Lapsed omavad käsutuses ainult taskuraha.
έχω στη διάθεση
Τα παιδιά έχουν μόνο το χαρτζιλίκι στη διάθεσή τους.
alla vaatama
Aknast sain ma rannale alla vaadata.
κοιτώ
Μπορούσα να κοιτάξω την παραλία από το παράθυρο.
koju minema
Ta läheb töö järel koju.
πηγαίνω σπίτι
Πηγαίνει σπίτι μετά τη δουλειά.